Πριν από καμιά 12 χρόνια έπαιρνα το «πτυχίο» σπηλαιολογίας. Δηλαδή έπειτα από ένα 4μηνο σεμινάριο σου έδιναν ένα χαρτί ότι ήξερες να μπαίνεις και να βγαίνεις ζωντανός από ένα σπήλαιο. Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν το τελευταίο μάθημα. Έπρεπε να μείνεις δυο 24ωρα μέσα στο σπήλαιο ανοίγοντας ελάχιστα τη λάμπα κηροζίνης. Σκοπός του μαθήματος είναι αν τύχει και αποκλειστείς μέσα, να περιμένεις υπομονετικά τη βοήθεια από έξω.
Στα πλαίσια του μαθήματος ο δάσκαλος σε αφήνει και για 2 ώρες μόνος σου, χωρίς ρολόι και φακό, για να δει αν μπορείς να κρατήσεις τη ψυχραιμία σου.
Εκείνο το 2ωρο, που μου φάνηκε χιλιετηρίδα, το θυμάμαι σαν τώρα. Το σκοτάδι κάτω από τη γη είναι τόσο πηχτό που νοιώθεις ότι μπορεί να σε ρουφήξει. Δεν είναι η απουσία φωτός, όπως θεωρούμε το σκοτάδι, αλλά μια μαύρη μάζα χωρίς καν μνήμη φωτός. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά έχεις χάσει κάθε αίσθηση προσανατολισμού. Μετά από λίγο δεν μπορείς να υπολογίσεις τον χρόνο, μέσα σε αυτή τη μαύρη τρύπα και σχεδόν χάνεις και την ικανότητα να μετρήσεις ως το 60 με ρυθμό δευτερολέπτου. Ήχοι δεν υπάρχουν και νομίζεις ότι η αναπνοή σου είναι από κάτι άλλο απόκοσμο που κάθεται δίπλα σου περιμένοντας να σε κατασπαράξει.
Αντί να δίνεις τα λεφτά σου σε ψυχαναλυτή για χρόνια, με δυο ώρες στο σπήλαιο περνάς τη ζωή σου από 14 γενιές.
Σε όλους όσους ερχόταν ο δάσκαλος να μας πει ότι τελείωσε το 2ωρο τους έβρισκε κουρέλια αλλά με μια τεράστια αγάπη για τη ζωή, όταν επιτέλους έβλεπαν από μακριά το φως να πλησιάζει.
Για μένα ήταν διασκέδαση αλλά από τότε απέκτησα μια τεράστια ευαισθησία για όσους ανθρακωρύχους δουλεύουν και αποκλείονται μέσα στη γη. Μπορώ να τους φανταστώ σε συνθήκες απόλυτης απομόνωσης γνωρίζοντας ότι σίγουρα δεν θα έρθει κανένας σε ένα δίωρο, μπορεί και ποτέ.
Τις τελευταίες μέρες παρακολουθώ με αγωνία την προσπάθεια των διασωστών να βγάλουν μέσα από ένα ορυχείο στη Χιλή 33 ανθρακωρύχους που έχουν αποκλειστεί στο βαθύτερο σημείο που έχει αποκλειστεί ποτέ άνθρωπος. 713 μέτρα κάτω από τη γη. Έχουν καταφέρει και με ένα τρυπάνι διατομής 15 εκατοστών τους στέλνουν νερό και τρόφιμα αλλά φοβούνται ότι ως τα Χριστούγεννα, που ευελπιστούν να τους απεγκλωβίσουν, θα έχουν καταρρεύσει ψυχολογικά.
Οι διασώστες δουλεύουν εντατικά με την στήριξη της κυβέρνησης και της γαλλικής (πολυεθνικής) εταιρίας που έχει το ορυχείο. Και εδώ πρέπει να ανοίξουμε μια παρένθεση.
Για τη Χιλή οι συνθήκες εργασίας των ανθρακωρύχων είναι δείκτης της δημοκρατίας. Όταν ο Αλιέντε αποφάσισε το 1971 να εθνικοποιήσει τα ορυχεία χαλκού (τα πρώτα σε παραγωγή στον κόσμο) την ίδια στιγμή δινόταν η εντολή στην Ουάσιγκτον για την ανατροπή του. Ο στρατηγός Πινοτσέτ το 1973, αφού σκότωσε τον πρόεδρο Αλιέντε, το πρώτο διάταγμα που ψήφισε ήταν να ξαναδοθούν στις πολυεθνικές. Οι ανθρακωρύχοι στο βόρειο τμήμα της χώρας που βρίσκονται τα ορυχεία, παρέμειναν ως το τέλος πιστοί στον πρόεδρό τους. Αν η στρατονομία στις πόλεις έπρεπε να συλλαμβάνει κόσμο στις εργατικές συνοικίες, στα χωριά των ανθρακωρύχων μπορούσε να επεμβαίνει μόνο με τανκς, αφού τους περίμεναν πάντα με μασούρια δυναμίτη. Η καταστολή ήταν πρωτοφανής. Όταν «έπεσε» η χούντα και έγινε «δημοκρατία», δηλαδή οι στρατιωτικοί παρέδωσαν την εξουσία, οι συνθήκες στα ορυχεία έκριναν πάντα τη ποιότητα της (κουτσής) δημοκρατίας.
Στα 713 μέτρα κάτω από τη γη έπρεπε να φτάσει η δημοκρατία και η (καλή) εταιρεία. Ο πρόεδρος της χώρας πήγε προσωπικά στο ορυχείο και υποσχέθηκε σε συνέντευξη τύπου, παρουσία των οικογενειών των εγκλωβισμένων, ότι θα κάνει τα πάντα για να τους βγάλει ζωντανούς. Αυτό που δεν έδειξαν τα κανάλια είναι η έκκληση που του έκανε κλαίγοντας η γυναίκα ενός από τους 33.
Μέσα σε λυγμούς πήρε τον λόγο και τον παρακάλεσε αν μπορεί να παγώσει τα δάνεια του συζύγου της, γιατί οι ανθρακωρύχοι πληρώνονται με τον τόνο μεταλλεύματος που παράγουν και ως τα Χριστούγεννα τα δάνεια θα τρέχουν ενώ ο άντρας της δεν θα δουλεύει. Ο πρόεδρος πάγωσε και ο υπ. Τύπου έδωσε εντολή να στραφεί η κάμερα αλλού και να κοπεί ο ήχος.
Μαζί με τη δημοκρατία, με το νερό, το ψωμί και τον αέρα έφταναν και τα πανωτόκια σε βάθος 713 μέτρων. Πρώτη φορά η τράπεζα κυνηγάει κάποιους θαμμένους- ζωντανούς εκεί που δεν μπορεί να φτάσει καν άνθρωπος.
Δεν ξέρω γιατί αλλά ξέχασα το σκοτάδι, χωρίς φως στην άκρη του τούνελ, ξέχασα τη Χιλή, τους ανθρακωρύχους και τις τράπεζες και άρχισα να σφυρίζω μια μελωδία.
Το 1930 την εποχή της μεγάλης κρίσης στην Αμερική ένα ορυχείο καταρρέει και εξαιτίας της κρίσης οι ανθρακωρύχοι αφήνονται να πεθάνουν. Ο πιτσιρικάς τότε Merle Travis, γιος του ενός ανθρακωρύχου, μεγαλώνει μέσα στην απόλυτη φτώχεια και η μόνη του ανάμνηση είναι να τον τρέχει η μάνα του στις τράπεζες προσπαθώντας να ακυρωθεί το δάνειο του θαμμένου άντρα της. Ή έστω να αναγνωριστεί από την εταιρία ότι είχε σχεδόν καταφέρει να πιάσει το όριο τον 16 τόνων μεταλλεύματος για να πάρει το μηνιάτικό του. Αργότερα το 1946 θα γράψει το τραγούδι 16 tons…
Some people say a man is made outta mud
A poor man’s made outta muscle and blood
Muscle and blood and skin and bones
A mind that’s a-weak and a back that’s strong
You load sixteen tons, what do you get
Another day older and deeper in debt
Saint Peter don’t you call me ’cause I can’t go
I owe my soul to the company store
I was born one mornin’ when the sun didn’t shine
I picked up my shovel and I walked to the mine
I loaded sixteen tons of number nine coal
And the straw boss said «Well, a-bless my soul»
You load sixteen tons, what do you get
Another day older and deeper in debt
Saint Peter don’t you call me ’cause I can’t go
I owe my soul to the company store
I was born one mornin’, it was drizzlin’ rain
Fightin’ and trouble are my middle name
I was raised in the canebrake by an ol’ mama lion
Cain’t no-a high-toned woman make me walk the line
Αν οι τραπεζίτες κυνηγάνε ανθρώπους στα 713 μέτρα κάτω από τη γη να ξέρουν ότι κάποια μέρα θα βρεθούνε και αυτοί δυο μέτρα μέσα στη γη.
Και ίσως τότε το σκοτάδι να γίνει φως!
Π.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχεδία στ' ανοιχτά της Αίγινας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σχεδία στ' ανοιχτά της Αίγινας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
30.8.10
6.8.10
Αναδημοσίευση από τη φίλη μας sxediaΦωτογραφία
![]() |
| Ινδιάνος Κέτσουα σε στιγμές χαλάρωσης |
Μερικές φορές οι φίλοι των φίλων μας είναι φίλοι μας. Κι άλλες φορές, όχι. Ο/η Π. που είναι φίλος/η της φίλης μας της σχεδίας στα ανοιχτά της Αίγινας δεν ξέρουμε αν μας θέλει για φίλους, εμείς παντως θέλουμε και αναδημοσιεύουμε το κείμενο του/της.
Κάτι που μου άρεσε από το μουντιάλ ήταν οι αντιδράσεις της εξέδρας όταν τους «τραβούσε» η κάμερα. Έβλεπαν τον εαυτό τους στη γιγαντοοθόνη του γηπέδου και ταυτόχρονα ήξεραν ότι τους βλέπουν εκατομμύρια άνθρωποι στις τηλεοράσεις. Έδειχναν με το δάχτυλο, ξεχνούσαν γέλια και λύπες και χαιρετούσαν λες και δεν είχαν ξαναδεί κάμερα. Αυτά για τις εξέδρες γιατί όταν η κάμερα πήγαινε στους επισήμους, που έχουν χορτάσει παγκόσμια δημοσιότητα, έδειχναν άνετοι και ότι δε νοιάζονται. Ο Μικ Τζάκερ έπαιζε με το κινητό του, η Σαρλίζ Θερόν άφησε να της ξεφύγει ένα ειρωνικό μειδίαμα, η Μέρκελ κουβέντιαζε κάτι σοβαρό, η βασίλισσα Σοφία αμίλητη και πάει λέγοντας.
Με το πώς κοιτάει κάποιος τον φακό μπορούμε να βγάλουμε πολλά συμπεράσματα για το «έκθεμα και την εποχή του».
Όταν δεν έχεις ξαναδεί φωτογραφική μηχανή τη κοιτάς στα μάτια τρομαγμένος. Οι παλιές φωτογραφίες φαίνονται ως τέτοιες γιατί με το που έστηνε το τρίποδο ο φωτογράφος σταματούσε όλη η πόλη ή το χωρίο για να δει «τι ναι τούτο;». Ως και τη δεκαετία του 50 στις ελληνικές ταινίες μπορεί ο πρωταγωνιστής να δείχνει άνετος και φυσικός περπατώντας στην Ομόνοια αλλά όλη η πλατεία έχει σταματήσει και τον βλέπει- τον καρφώνει.
Το 1907 ψηφίστηκε στο Αμέρικα ο νόμος που απαγόρευε την είσοδο σε αναρχικούς. Οι αρχές, επειδή βέβαια κανένας δεν έλεγε ότι είναι, σκαρφίστηκαν ένα κόλπο για να τους ανακαλύπτουν. Πριν φύγουν οι μετανάστες από το Έλις Άιλαντ τους έλεγαν ότι θα τους φωτογραφήσουν για να δουν αν είναι σε λίστες ανεπιθύμητων.
Όλοι οι μετανάστες κοιτούσαν σαστισμένοι το φακό (οι περισσότεροι δεν είχαν ξαναδεί) εκτός από κάποιους που χαμήλωναν το βλέμμα, κατέβαζαν τη τραγιάσκα ως τα μάτια, έβαζαν το χέρι μπροστά κτλ. Η αστυνομία βέβαια δεν είχε αρχεία και κομπιούτερ τότε αλλά με αυτό το κόλπο καταλάβαιναν ότι αυτοί κάτι κρύβουν- τους έχουν φωτογραφήσει στις χώρες τους και δακτυλοσκοπήσει.
Σήμερα που όλοι έχουμε φωτογραφικές μηχανές και κάμερες, η επιτυχημένη φωτογραφία – που κρατάμε – είναι αυτή που δεν «δείχνει στημένη».
Κοιτάμε τον φακό τρομαγμένοι και αγέλαστοι μόνο στη ταυτότητα ή στο διαβατήριο (ή μετά από σύλληψη).
Η άνεση μπροστά στο φακό, τα πιστεύω μας, τα ταξίδια μας, η οικονομική μας άνεση, η νομιμότητά μας όλα αυτά δεν κρύβονται στο φακό.
Μια φωτογραφία, χίλιες λέξεις.
Τι γίνεται όμως αν αντιστρέψουμε το ρητό;
Χίλιες λέξεις για μια φωτογραφία!
Το 1980 αρχίζει στο Περού το αντάρτικο από το «Φωτεινό Μονοπάτι». Μέσα σε λίγα χρόνια όλες οι μεγάλες πόλεις έχουν περικυκλωθεί από τους αντάρτες και στην ενδοχώρα ισχύει ο «νόμος του δυνατότερου».
Στα χωριά στη ζούγκλα και στα βουνά γίνεται χαμός. Ο στρατός, ακροδεξιοί παρακρατικοί, αντάρτες, βαρόνοι της κόκας, ληστρικές συμμορίες, αντίπαλες φυλές ινδιάνων και προσωπικές διαφορές μεταξύ οικογενειών έχουν βυθίσει τη χώρα στο αίμα. Όσοι δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας. Και όλοι κατηγορούν τους άλλους για το ξέσπασμα της βίας.
Το Δεκέμβρη του 1983 όλοι συμφωνούν να μην πειράξουν και να μην εμποδίσουν μια ανεξάρτητη επιτροπή εννέα έγκριτων δημοσιογράφων και φωτορεπόρτερ που με μοναδικό όπλο τις φωτογραφικές τους μηχανές θα γυρίσουν την ενδοχώρα για να δουν ποιος φταίει.
Δεν θα γυρίσει κανένας τους. Θα εξαφανιστούν. Όλοι κατηγορούν τους άλλους και όλοι ορκίζονται ότι δεν πείραξαν κανέναν.
Μετά από λίγους μήνες ένας λόχος που κυνηγάει αντάρτες θα φτάσει σε ένα απομονωμένο χωριό των ινδιάνων Κέτσουα στα 4000 μέτρα. Το πρώτο πράγμα που θα τους ρωτήσουν (περήφανα) οι χωρικοί είναι αν έχουν σφαίρες να τους πουλήσουν που να ταιριάζουν σε κάτι περίεργα υπερσύγχρονα όπλα που μπορούν και στοχεύουν μακριά αλλά δεν σκοτώνουν. Τα ονόματα των όπλων είναι εξίσου περίεργα: Canon, Nikon, Sony, Leica, Kodak κτλ.
Όλα τα φιλμ καταστράφηκαν από τη προσπάθεια να βάλουν πχ δεσμίδα από καλάσνικωφ σε κάθε κάμερα.
Μια κασέτα από κάμερα σώθηκε από τύχη και βρίσκεται στα αρχεία της αντιτρομοκρατικής του Περού. Ο ήλιος δύει σε ένα ειδυλλιακό τοπίο στη κορυφή των Άνδεων. Οι χωρικοί πλησιάζουν γοργά με ματσέτες και δρεπάνια στα χέρια. Οι δημοσιογράφοι σχολιάζουν γελαστά (και γελασμένοι) ότι τώρα γυρνάνε από τα χωράφια τους.
Οι ινδιάνοι τους περικυκλώνουν και κοιτάνε στο φακό αμίλητοι και αγέλαστοι. Ο ατρόμητος αρχηγός της φυλής πλησιάζει προσεκτικά μήπως και τον πετύχουν αυτοί οι εννιά που τον «σημαδεύουν». Με μια κίνηση του δρεπανιού παίρνει το κεφάλι του πρώτου φωτορεπόρτερ.
Στα περουβιανά, ισπανικά, αγγλικά, γαλλικά – σε χίλιες γλώσσες και λέξεις αλλά όχι στα κέτσουα – οι άλλοι δημοσιογράφοι ακούγονται να προσπαθούν κλαίγοντας να εξηγήσουν ότι δεν είναι πολεμιστές.
Το τελευταίο που ακούγεται στο φιλμ είναι ουρλιαχτά και η κάμερα που μέχρι να σβήσει «τραβάει» σε κοντινό πλάνο μια πέτρα στο χώμα.
Μόλις γύρισα από το Αστυνομικό τμήμα όπου είχα πάει για να βγάλω τη καινούρια ταυτότητα. Αφήνω τα έντυπα και τις 4 φωτογραφίες και περιμένω γιατί υπάρχει πρόβλημα. Δε φαίνομαι καλά. Μετά από λίγη ώρα ο υπεύθυνος από το τμήμα ασφάλειας έρχεται και μια κοιτάει εμένα και μια τις φωτογραφίες. Μου ζητάει να τις ξαναβγάλω.
Μήπως μιλούσε τα Κέτσουα;
Π.
26.7.10
Η πνευματώδης φίλη μας, κ. sxedia
Κι επειδή οι φίλοι μας δεν είναι μόνο αυστηροί κριτές και έξυπνοι άνθρωποι αλλά διαθέτουν ΚΑΙ χιούμορ ΚΑΙ πνεύμα ΚΑΙ έμπνευση αναδημοσιεύουμε κάτι από την καλύτερη μας φίλη τη Σχεδία Στ' Ανοιχτά της Αίγινας. Απολαύστε!
Ιουλ20 Στάσου… φιστίκια!!
Posted by: sxedia in πολιτισμός και "πολιτισμός", χα No Comments »
(Σενάριο για ταινία μικρού μήκους, του Ζεράρ-Νεκτάριου-Διονύση-Μαρδικούλη-Ευφραίμ Κουκούκη, βραβευμένο στο διαγωνισμό δημιουργών φιστ-τέχνης στο fist-fest 2020)
Την πλησίασε ενώ αυτή φωτογράφιζε τις κότες στο κοτέτσι, το μοναδικό κοτέτσι του νησιού που είχε απομείνει με τη γενναία χρηματοδότηση από τα ΕΣΠΑ, για εκπαιδευτικές και τουριστικές επισκέψεις. Το κλιματιστικό του είχε κλείσει κι αυτός άκουσε τους ανεπαίσθητους ήχους της φωτογραφικής κι ένα σούρσιμο. Ήταν μια καλλονή μαύρη με διαπολιτισμικό background, και διδακτορικό στην κοινωνική ανθρωπολογία με θέμα την προβληματική που αναπτύσσεται στις τοπικές κοινωνίες περί του εγκλεισμού των τετράποδων δίποδων και άποδων συντρόφων του ανθρώπου και η σχέση της με τις αντισπισιστικές τάσεις στον τουρισμό και την εκπαίδευση. Ντυμένη με προκλητικό τάγκα έκανε μια κίνηση πίσω και τον καλημέρισε. Αυτός κοίταξε λαίμαργα, αυτήν και το τάγκα της. Αυτή τον κέρασε τσιγάρο κι αυτός κάθισε και το απολάμβανε κοιτάζοντάς την. Ήταν φανερό ότι το μυαλό του ήταν ήδη κάτω από το τάγκα της. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο τάγκα. Είχε δει χιλιάδες τάγκα στη ζωή του αλλά όχι τέτοιο τάγκα. Χαμήλωσε τα μάτια και έκανε μια κίνηση εμπρός. Αυτή κάτι κατάλαβε κι ευγενικά τον χαιρέτισε κρατώντας τη μηχανή της. Αυτός την πλησίασε και της κράτησε το χέρι: «Σε παρακαλώ μείνε» κι αυτή σε μια ακατανόητη γλώσσα του έλεγε να την αφήσει. Έβγαλε ευρώ να του δώσει κι αυτός την άφησε άγρια διώχνοντάς την. Ένιωθε σαν ορφανό κοάλα. Ξάφνου κάτι πέρασε από το μυαλό του. Φιστίκια! Να της δώσει περίφημα φιστίκια από το νησί του.
-Στάσου… φιστίκια!! Στάσου μωρέ… φιστίκια!!
Μόλις το άκουσε στάθηκε. Το πρόσωπό της με μιας άνοιξε. Το γέλιο ήρθε στα χείλη της. Δεν την πείραξε που της κοίταζε το τάγκα. Κάθισε, καθαρίζοντας και μασώντας φιστίκια.
Τον περίμενε να βάλει βιολογικό φαγητό στην ταΐστρα, εμφιαλωμένο νερό στην ποτίστρα, να ανοίξει το κλιματιστικό και να κλείσει το κοτέτσι.
Δεν θα είχε άλλες επισκέψεις για σήμερα.
Κατευθύνθηκαν με χαχανητά προς τη μεγάλη παραλία. Στο δρόμο έβγαλε από την τσάντα της αντηλιακό κι άρχισε να τον πασαλείβει…
Ιουλ20 Στάσου… φιστίκια!!
Posted by: sxedia in πολιτισμός και "πολιτισμός", χα No Comments »
(Σενάριο για ταινία μικρού μήκους, του Ζεράρ-Νεκτάριου-Διονύση-Μαρδικούλη-Ευφραίμ Κουκούκη, βραβευμένο στο διαγωνισμό δημιουργών φιστ-τέχνης στο fist-fest 2020)
Την πλησίασε ενώ αυτή φωτογράφιζε τις κότες στο κοτέτσι, το μοναδικό κοτέτσι του νησιού που είχε απομείνει με τη γενναία χρηματοδότηση από τα ΕΣΠΑ, για εκπαιδευτικές και τουριστικές επισκέψεις. Το κλιματιστικό του είχε κλείσει κι αυτός άκουσε τους ανεπαίσθητους ήχους της φωτογραφικής κι ένα σούρσιμο. Ήταν μια καλλονή μαύρη με διαπολιτισμικό background, και διδακτορικό στην κοινωνική ανθρωπολογία με θέμα την προβληματική που αναπτύσσεται στις τοπικές κοινωνίες περί του εγκλεισμού των τετράποδων δίποδων και άποδων συντρόφων του ανθρώπου και η σχέση της με τις αντισπισιστικές τάσεις στον τουρισμό και την εκπαίδευση. Ντυμένη με προκλητικό τάγκα έκανε μια κίνηση πίσω και τον καλημέρισε. Αυτός κοίταξε λαίμαργα, αυτήν και το τάγκα της. Αυτή τον κέρασε τσιγάρο κι αυτός κάθισε και το απολάμβανε κοιτάζοντάς την. Ήταν φανερό ότι το μυαλό του ήταν ήδη κάτω από το τάγκα της. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο τάγκα. Είχε δει χιλιάδες τάγκα στη ζωή του αλλά όχι τέτοιο τάγκα. Χαμήλωσε τα μάτια και έκανε μια κίνηση εμπρός. Αυτή κάτι κατάλαβε κι ευγενικά τον χαιρέτισε κρατώντας τη μηχανή της. Αυτός την πλησίασε και της κράτησε το χέρι: «Σε παρακαλώ μείνε» κι αυτή σε μια ακατανόητη γλώσσα του έλεγε να την αφήσει. Έβγαλε ευρώ να του δώσει κι αυτός την άφησε άγρια διώχνοντάς την. Ένιωθε σαν ορφανό κοάλα. Ξάφνου κάτι πέρασε από το μυαλό του. Φιστίκια! Να της δώσει περίφημα φιστίκια από το νησί του.
-Στάσου… φιστίκια!! Στάσου μωρέ… φιστίκια!!
Μόλις το άκουσε στάθηκε. Το πρόσωπό της με μιας άνοιξε. Το γέλιο ήρθε στα χείλη της. Δεν την πείραξε που της κοίταζε το τάγκα. Κάθισε, καθαρίζοντας και μασώντας φιστίκια.
Τον περίμενε να βάλει βιολογικό φαγητό στην ταΐστρα, εμφιαλωμένο νερό στην ποτίστρα, να ανοίξει το κλιματιστικό και να κλείσει το κοτέτσι.
Δεν θα είχε άλλες επισκέψεις για σήμερα.
Κατευθύνθηκαν με χαχανητά προς τη μεγάλη παραλία. Στο δρόμο έβγαλε από την τσάντα της αντηλιακό κι άρχισε να τον πασαλείβει…
16.7.10
Ο Τζιμπριλ Σισε δεν πουλαει cd στην Αιγινα. Ναι sxedia μου, αλλά πουλάει εισιτήρια στα γήπεδα (που η Ελλάδα αναστενάζει)
Αποκτήσαμε μια πολύ καλή φίλη στην Αίγινα την http://sxedia.espivblogs.net/ από την οποία και αναδημοσιεύουμε θεματάκια που γουστάρουμε. Η φίλη μας είναι τσαμπουκαλεμένη και έχει λόγους να είναι!
Όχι δεν πουλάει cd-dvd κι ένα σωρό πλαστικουριές κινέζικες για να ζήσει, να γευτεί λίγο καπιταλισμό κι αυτός, να στείλει στα παιδάκια του λεφτά, να παντρέψει την αδελφή του, να ζήσει τους γονείς του στη Γκάνα, στη Σομαλία, στη Νιγηρία, στο Πακιστάν ή στο Αφγανιστάν. O Τζιμπρίλ δεν μένει στην τρώγλη, δεν δίνει στους παρατρεχάμενους ομοεθνείς του την υποχρεωτική συνδρομή για να μπορεί να είναι σχετικά νόμιμα στην Ελλάδα, δεν τον λένε αράπη, δεν τον κατηγορούν για την κρίση που «φταίνε οι μετανάστες», δεν τον κατηγορούν για παραεμπόριο-συχνό ζήτημα, αν θέλεις να μπεις στην τοπική πολιτική σκηνή. Ο Τζιμπρίλ δεν έχει μια μαύρη γυναίκα που περιμένει στην τρώγλη της πατρίδας της τα εμβάσματα του, δεν έχει παιδιά που τα χαϊδεύει μια φορά το χρόνο η Μητσοτάκαινα από την Action Aid και τους μαθαίνει να μην χαλάνε νερό την ώρα που πλένουν τα δόντια τους.
Ο Τζιμπρίλ είναι σοκολατένιος, έχει ωραία τατού που έχουν όλοι οι σταρ, έχει μια όμορφη λευκή γυναίκα, παίζει μπάλα και κερδίζει εκατομμύρια για αυτό το λόγο, και στην Αίγινα έρχεται για να δοκιμάσει φιστικολιχουδιές, φρέσκα ψάρια και να φωτογραφηθεί σε γνωστό νεοκλασικό κτίριο.
Ο Τζιμπρίλ είναι ένας μαύρος σκλάβος πολυτελείας. Προσφέρει τις υπηρεσίες του στον κόσμο του θεάματος, αυτό που συγκρατεί το πάθος για την ελευθερία ή που εκτονώνει κάθε δυσαρέσκεια και κοινωνική αμφισβήτηση. Προσφέρει σοβαρές υπηρεσίες στη βιομηχανία του τίποτα στην εποχή του ποτέ. Προσφέρει τις υπηρεσίες του στη διαπολιτισμική νέα παγκόσμια κοινωνία,όπου η μετανάστευση είναι ευλογία κι νομαδισμός ο νέος μας παράδεισος. Για αυτό πρέπει να τον προσέχουμε. Είναι ένας σκλάβος πολυτελείας που απασχολεί τους μισθωτούς ή άμισθους σκλάβους κατά τη διάρκεια της σχόλης τους.
Όταν αυτοί έχουν σχόλη.
υγ του CΗElemente: ο Τζιμπρίλ ο σοκολά, το ομορφόπαιδο αποτελεί την αιχμή του δόρατος της Πράσινης Ανάπτυξης Ολούθε στην Ελλάδα που τόσο μας ζάλισε προεκλογικά ο Γιωργάκης (το 'πε και το κάνει). Είναι σοκολά βιολογικής καλλιέργειας (Ευρωπαϊκής δηλ), με τους παραδοσιακούς τρόπους της φυλής των κακaόδεντρων και παραδοσιακό νοσταλγικό περιτύλιγμα. Είναι λίγο ακριβός μεν, άλλο όμως το προϊόν Τζιμπρίλ Σισε (με πρώτης διαλογής κακάο και περιέκτικότητα τουλάχιστον 80%) κι άλλο το προϊόν Τζιμπρίλ Πούπαςρεέ (κακάο έως 10%, άρωμα σοκολάτας και τίγκα στα Ε ώστε να αντέχει σε όλες τις καιρικές συνθήκες και όλες τις καταστάσεις - αλλά κι αν δεν αντέξει σιγά μωρέ, το πετάς και παίρνεις άλλο)!
Όχι δεν πουλάει cd-dvd κι ένα σωρό πλαστικουριές κινέζικες για να ζήσει, να γευτεί λίγο καπιταλισμό κι αυτός, να στείλει στα παιδάκια του λεφτά, να παντρέψει την αδελφή του, να ζήσει τους γονείς του στη Γκάνα, στη Σομαλία, στη Νιγηρία, στο Πακιστάν ή στο Αφγανιστάν. O Τζιμπρίλ δεν μένει στην τρώγλη, δεν δίνει στους παρατρεχάμενους ομοεθνείς του την υποχρεωτική συνδρομή για να μπορεί να είναι σχετικά νόμιμα στην Ελλάδα, δεν τον λένε αράπη, δεν τον κατηγορούν για την κρίση που «φταίνε οι μετανάστες», δεν τον κατηγορούν για παραεμπόριο-συχνό ζήτημα, αν θέλεις να μπεις στην τοπική πολιτική σκηνή. Ο Τζιμπρίλ δεν έχει μια μαύρη γυναίκα που περιμένει στην τρώγλη της πατρίδας της τα εμβάσματα του, δεν έχει παιδιά που τα χαϊδεύει μια φορά το χρόνο η Μητσοτάκαινα από την Action Aid και τους μαθαίνει να μην χαλάνε νερό την ώρα που πλένουν τα δόντια τους.
Ο Τζιμπρίλ είναι σοκολατένιος, έχει ωραία τατού που έχουν όλοι οι σταρ, έχει μια όμορφη λευκή γυναίκα, παίζει μπάλα και κερδίζει εκατομμύρια για αυτό το λόγο, και στην Αίγινα έρχεται για να δοκιμάσει φιστικολιχουδιές, φρέσκα ψάρια και να φωτογραφηθεί σε γνωστό νεοκλασικό κτίριο.
Ο Τζιμπρίλ είναι ένας μαύρος σκλάβος πολυτελείας. Προσφέρει τις υπηρεσίες του στον κόσμο του θεάματος, αυτό που συγκρατεί το πάθος για την ελευθερία ή που εκτονώνει κάθε δυσαρέσκεια και κοινωνική αμφισβήτηση. Προσφέρει σοβαρές υπηρεσίες στη βιομηχανία του τίποτα στην εποχή του ποτέ. Προσφέρει τις υπηρεσίες του στη διαπολιτισμική νέα παγκόσμια κοινωνία,όπου η μετανάστευση είναι ευλογία κι νομαδισμός ο νέος μας παράδεισος. Για αυτό πρέπει να τον προσέχουμε. Είναι ένας σκλάβος πολυτελείας που απασχολεί τους μισθωτούς ή άμισθους σκλάβους κατά τη διάρκεια της σχόλης τους.
Όταν αυτοί έχουν σχόλη.
υγ του CΗElemente: ο Τζιμπρίλ ο σοκολά, το ομορφόπαιδο αποτελεί την αιχμή του δόρατος της Πράσινης Ανάπτυξης Ολούθε στην Ελλάδα που τόσο μας ζάλισε προεκλογικά ο Γιωργάκης (το 'πε και το κάνει). Είναι σοκολά βιολογικής καλλιέργειας (Ευρωπαϊκής δηλ), με τους παραδοσιακούς τρόπους της φυλής των κακaόδεντρων και παραδοσιακό νοσταλγικό περιτύλιγμα. Είναι λίγο ακριβός μεν, άλλο όμως το προϊόν Τζιμπρίλ Σισε (με πρώτης διαλογής κακάο και περιέκτικότητα τουλάχιστον 80%) κι άλλο το προϊόν Τζιμπρίλ Πούπαςρεέ (κακάο έως 10%, άρωμα σοκολάτας και τίγκα στα Ε ώστε να αντέχει σε όλες τις καιρικές συνθήκες και όλες τις καταστάσεις - αλλά κι αν δεν αντέξει σιγά μωρέ, το πετάς και παίρνεις άλλο)!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

